«Το τριακοστό πέναλτι»

Ένας ύμνος στους τερματοφύλακες από τον (σπουδαίο) ποιητή Αργύρη Χιόνη

Όταν οι ποιητές παίρνουν την μπάλα, το ποδόσφαιρο γίνεται ακόμα πιο ωραίο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το μόνο που πρέπει να κάνουμε, είναι να φανταστούμε τις εικόνες, να βιώσουμε τα  συναισθήματα και να απολαύσουμε το υπέροχο παιχνίδι των λέξεων.

Ακολουθεί ένας ύμνος στους τερματοφύλακες που τα μερίδιά τους στην επιτυχία είναι συνήθως μικρότερα από ό,τι τους αναλογεί, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας, είναι οι δακτυλοδεικτούμενοι της υπόθεσης. Ο σπουδαίος ποιητής Αργύρης Χιόνης ανέλαβε με ένα διήγημά του να διορθώσει αυτή την αδικία. Το διήγημα παίζει μπάλα στο βιβλίο «Έχων σώας τα φρένας και άλλα & άλλες τρελές ιστορίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.

Το τριακοστό πέναλτι

Τιμὴ σ’ ἐκείνους ὅπου στὴν ζωή των ὥρισαν καὶ φυλάγουν Θερμοπύλες. 
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Στὸν Λεωνίδα δὲν ἄρεσε ἰδιαίτερα τὸ ποδόσφαιρο∙ προτιμοῦσε τὰ ἀγωνίσματα τοῦ στίβου καὶ διέπρεπε (τόσο στὴ γειτονιὰ ὅσο καὶ στὸ σχολεῖο) στὸν δρόμο ταχύτητας τῶν 100 καὶ 200 μέτρων, καθὼς καὶ στὸ ἅλμα εἰς ὕψος. Γιὰ τὰ ἀγωνίσματα αὐτὰ δὲν χρειαζόταν κανένα ὄργανο∙ ἔφτανε ἁπλῶς ἕνας χωματόδρομος κι ἕνας σπάγκος ποὺ χρησίμευε εἴτε ὡς νῆμα εἴτε ὡς πήχης. Γιὰ τὸ ποδόσφαιρο ὅμως χρειαζόταν μπάλα, καὶ μπάλα, ἐκείνη τὴν ἐποχή (μετεμφυλιακὰ χρόνια), διέθεταν μονάχα δυὸ τρία βουτυρόπαιδα, ποὺ ἕνας Θεὸς ξέρει πῶς εἶχαν βρεθεῖ στὰ Σεπόλια, σ’ αὐτὴ τὴ συνοικία τὴ σχεδὸν κατ’ ἀποκλειστικότητα κατοικημένη ἀπὸ λοῦμπεν προλετάριους, ἐσωτερικοὺς μετανάστες καὶ Μικρασιάτες πρόσφυγες. Τὰ Σεπολιωτάκια, ποὺ τρέφονταν μὲ λαδόβρεχο, ἔπαιζαν ποδόσφαιρο μὲ μιὰ κάλτσα παραγεμισμένη μὲ κουρέλια, ποὺ τὸ καλοκαίρι ἀλλοῦ τὴν κλώτσαγες κι ἀλλοῦ πήγαινε καὶ τὸν χειμώνα, ἔτσι καὶ τὴν ἔτρωγες στὴ μάπα, παπαριασμένη ὅπως ἦταν ἀπὸ τὰ λασπόνερα, ἔκανες τρεῖς μέρες γιὰ νὰ ξαναβρεῖς τὸ χαμόγελό σου. Πῶς ἦταν λοιπὸν δυνατὸν ν’ ἀρέσει στὸν Λεωνίδα τὸ ποδόσφαιρο;

Κάποια στιγμή, ὡστόσο, τὰ βουτυρόπαιδα, μὴν μπορώντας νὰ κάνουν μόνα τους παιχνίδι, ἀποφάσισαν νὰ μοιραστοῦν τὶς μπάλες τους μ’ ἐμᾶς. Φτιάξαμε λοιπὸν ὁμάδα κι ἀγωνιζόμασταν εἴτε μονότερμα, μεταξύ μας, εἴτε δίτερμα, ἐνάντια στὰ Κολωνιωτάκια ἢ τὰ Μπουρναζιωτάκια.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ παρακάλια καὶ ἀφοῦ τοῦ χαρίσαμε τὶς καλύτερες γκαζές μας, ὁ Λεωνίδας δέχτηκε νὰ γίνει ὁ τερματοφύλακάς μας. Ψηλὸς ὅπως ἦταν, γιὰ τὴν ἡλικία του καὶ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς, καὶ εὐκίνητος σὰν αἴλουρος, ἀπεδείχθη τὸ μεγάλο ἀτοὺ τῆς ὁμάδας μας. Μπάλα δὲν πέρναγε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς δύο κοτρόνες ποὺ παίζανε τὸν ρόλο τῶν κάθετων δοκῶν, καὶ οἱ ψηλὲς μπαλιὲς ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑπερβολικὰ ψηλὲς γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς ἁρπάγες του. Ἡ ἔλλειψη ὁριζόντιας δοκοῦ γινόταν πάντα ἀφορμὴ γιὰ ἀμφισβητήσεις καὶ τσακωμοὺς πού, συχνά, κατέληγαν σὲ ἄγριους ξυλοδαρμοὺς καὶ ἀνοιγμένες μύτες. Ποτὲ ὡστόσο δὲν ἀμφισβητήθηκε ψηλὴ μπαλιὰ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ φτάσει ὁ Λεωνίδας∙ γινότανε κοινῶς ἀποδεκτὴ ὡς ἄουτ.

Ὁ Λεωνίδας ἐκτὸς ἀπὸ σπουδαῖος ἀθλητὴς ἤτανε καὶ πολὺ διαβαστερός∙ ρούφαγε κυριολεκτικὰ ὅ,τι ἔντυπο ἔπεφτε στὰ χέρια του. Καί, κάθε φορὰ ποὺ διάβαζε κάποιο φυλλάδιο ἢ κάποιο μυθιστόρημα, ταυτιζόταν τόσο μὲ τὸν ἥρωα πού, ἐπὶ μέρες, μέχρι νὰ περάσει στὸ ἑπόμενο ἀνάγνωσμά του, μίλαγε καὶ φερόταν ὅπως ἐκεῖνος. Ἤμουνα φίλος του, τὸν παρακολουθοῦσα ἀπὸ κοντά, κι ἔτσι μποροῦσα νὰ τὸν βλέπω νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ Ταρζὰν σὲ Γκαούρ, ἀπὸ Γκαοὺρ σὲ Γιῶργο Θαλάσση, ἀπὸ Γιῶργο Θαλάσση σὲ Κάπτεν Νέμο, ἀπὸ Κάπτεν Νέμο σὲ Φιλέα Φόγκ, ἀπὸ Φιλέα Φὸγκ σὲ Καπετὰν Μιχάλη, ἀπὸ Καπετὰν Μιχάλη σὲ Ἀλέξη Ζορμπά∙ ὁ ἥρωας ὅμως ποὺ τὸν εἶχε σημαδέψει πάνω ἀπ’ ὅλους, καὶ μόνιμα, ἦταν ὁ συνονόματός του Σπαρτιάτης βασιλιάς. Οἱ δυὸ κοτρόνες τοῦ τέρματος ἦταν λοιπὸν γι’ αὐτὸν Θερμοπύλες, ποὺ κανεὶς Πέρσης δὲν ἔπρεπε νὰ διαβεῖ.

Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ἰουλιάτικο μεσημέρι, μὲ τὸν ἥλιο νὰ ραγίζει τὶς πέτρες, ποὺ ἕνα ἀπὸ τὰ βουτυρόπαιδα τῆς γειτονιᾶς, ὁ Νικηφόρος, ἀποφάσισε νὰ καλέσει σὲ μονομαχία τὸν Λεωνίδα.

Ὁ Νικηφόρος ἦταν κατὰ δύο χρόνια μεγαλύτερός μας, δηλαδὴ δεκαπεντάρης, ψηλὸς καὶ γεροδεμένος καὶ διέθετε δική του μπάλα, ἀφοῦ ὁ πατέρας του ἦταν τραπεζικὸς ὑπάλληλος σὲ κάποιο ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς. Αὐτὰ ὅλα τὰ προσόντα, σὺν τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε ἕνα φοβερὸ σούτ, τὸν καθιστοῦσαν κάτι σὰν ἀρχηγὸ τῆς ὁμάδας μας. ῞Οσο ὅμως κι ἂν ἦταν φοβερὸ τὸ σοὺτ τοῦ Νικηφόρου, ὅσο κι ἂν τὸ ἔτρεμαν οἱ ἀντίπαλοι ὅταν παίζαμε δίτερμα, δὲν εἶχε κανένα ἀπολύτως ἀποτέλεσμα ὅταν παίζαμε μονότερμα μὲ τερματοφύλακα τὸν Λεωνίδα. Ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶχε γίνει μαράζι γιὰ τὸν Νικηφόρο καὶ ἦταν, φαντάζομαι, αὐτὸς ὁ λόγος πού, ἐκεῖνο τὸ ἰουλιάτικο μεσημέρι, ἀποφάσισε νὰ βάλει μιὰ γιὰ πάντα τὰ πράγματα στὴ θέση τους, νὰ ἐπιβάλει ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὸ ἀρχηγιλίκι του.

Ἡ ὅλη φάση ξεκίνησε μὲ προκλήσεις τοῦ τύπου: «Σιγὰ τὸν τερματοφύλακα!» ἢ «Εἶσαι ἁπλῶς κωλόφαρδος, ρὲ τσόγλανε!» ἢ «Ἂν εἶσαι ἄντρας, ρέ, ἔλα νὰ μετρηθοῦμε στὰ πέναλτι!».

Ὁ Λεωνίδας ἄκουγε χωρὶς νὰ ἀντιδρᾶ.

Ὁ Νικηφόρος, παρασυρμένος ἀπὸ τὴν ὀργὴ πού, καιρὸ τώρα, σωρευόταν μέσα του κι ἔβρισκε ἐπιτέλους διέξοδο, συνέχισε: «Δέκα πέναλτι θὰ σοῦ τραβήξω καὶ θά ’ναι καὶ τὰ δέκα μέσα! Θὰ σοῦ ξεσκίσω τὸ κωλαράκι, μαλακισμένο!».

Ὁ Λεωνίδας πάλι δὲν ἀντέδρασε∙ πῆρε, ἁπλῶς, σιωπηλὸς τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀλάνα τοῦ Παράσχου, ποὺ ὄφειλε τὸ ὄνομά της στὸ μπακάλικο τοῦ Παράσχου, τὸ τελευταῖο ὅριο τῆς γειτονιᾶς μας καὶ τὸ τελευταῖο ὅριο τῆς πόλης, ἀφοῦ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχιζαν οἱ λαχανόκηποι καὶ τὰ μαγκανοπήγαδα ποὺ πότιζαν λαχανίδες, ἀγκινάρες, κουνουπίδια, μπρόκολα… Πίσω ἀπὸ τὸν Λεωνίδα πήγαινε ὁ Νικηφόρος, κρατώντας παραμάσχαλα τὴν μπάλα του, καί, πιὸ πίσω, ἀκολουθούσαμε οἱ ὑπόλοιποι, οἱ μάρτυρες τῆς μονομαχίας.

Φτάνοντας στὴν ἀλάνα, ὁ Νικηφόρος πῆρε δυὸ μεγάλες κοτρόνες κι ἔστησε τὰ γκολπόστ, μετρώντας τὸ μεταξύ τους διάστημα μὲ ὅσο γινόταν μεγαλύτερα βήματα. Ὕστερα τράβηξε μιὰ γραμμὴ ἀνάμεσά τους μὲ τὸ τακούνι του καί, ξεκινώντας ἀπ’ αὐτή, μέτρησε, μὲ ὅσο γινόταν μικρότερα βήματα, τὴν ἀπόσταση ὣς τὸ σημεῖο τοῦ πέναλτι. Ὁ ἥλιος, ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη ἐντελῶς μεσουρανήσει, χτυποῦσε κατάφατσα τὸν Λεωνίδα, ἐνῶ ὁ Νικηφόρος τὸν εἶχε στὰ νῶτα του.

Ὁ Λεωνίδας συνέχισε νὰ μὴ λέει τίποτε, νὰ μὴν προβάλλει καμιὰ ἀντίρρηση. Σιωπηλός, σοβαρός, ἀπόλυτα συγκεντρωμένος, πῆγε καὶ στάθηκε στὸ κέντρο τοῦ τέρματος. Κοίταξε μόνο μιὰ δεξιὰ καὶ μιὰ ἀριστερά, κι ὕστερα κάρφωσε τὸ βλέμμα του, ἴσια μπροστά, στὰ μάτια τοῦ ἀντιπάλου του.

Κάποιος ἔδωσε τὸ σῆμα τῆς ἐκκίνησης. Ὁ Νικηφόρος πῆρε φόρα καὶ σούταρε, σούταρε καὶ ξανασούταρε∙ σούταρε δέκα φορὲς χωρὶς νὰ βάλει οὔτε ἕνα γκόλ. Ὁ Λεωνίδας ἐκτινασσόταν σὰν πάνθηρας καὶ εἴτε ἔδιωχνε τὴν μπάλα ἄουτ εἴτε τὴν ἅρπαζε σφιχτὰ στὴν ἀγκαλιά του. Αἷμα ἔτρεχε ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ τοὺς ἀγκῶνες του, ποτάμι ἱδρώτας ἀπὸ τὸ μέτωπό του, ἀλλὰ ἡ μπάλα δὲν πέρναγε μὲ τίποτε ἀπὸ τὶς Θερμοπύλες ποὺ φύλαγε.

Ὁ Νικηφόρος εἶχε λυσσάξει. «Κωλόφαρδε», ἔγρουξε, «ἂν σοῦ βαστάει, πᾶμε γιὰ ἄλλα δέκα!».

Ὁ Λεωνίδας πάλι δὲν εἶπε τίποτε. Ἔχωσε μόνο τὸ φανελάκι του μὲς στὸ σορτσάκι του, σὰν νὰ ταχτοποιοῦσε τὴν πανοπλία του, σκούπισε μὲ τὴν ἀνάστροφη τοῦ χεριοῦ τὸν ἱδρώτα ἀπὸ τὸ μέτωπό του, χτένισε μὲ τὰ δάχτυλα, πρὸς τὰ πίσω, τὰ μουσκεμένα μαλλιά του, λὲς καὶ ἴσιωνε τὴν περικεφαλαία του, καὶ στήθηκε ξανὰ στὸ κέντρο τοῦ τέρματος, κοιτώντας, πάντα κατάματα, τὸν Πέρση.

Ἀκολούθησε ἡ δεύτερη δεκάδα, τὸ ἴδιο ἄκαρπη μὲ τὴν πρώτη, καὶ ἦρθε ἡ σειρὰ τῆς τρίτης, γιατὶ ὁ Νικηφόρος, ποὺ εἶχε φρενιάσει, δὲν τό ’βαζε μὲ τίποτε κάτω, κι ὁ Λεωνίδας στεκόταν ἀκλόνητος στὴ θέση του, σὰν νὰ τὸν εἶχε τάξει ἡ μοίρα νὰ μείνει ἐκεῖ γιὰ πάντα.

῞Ολοι μας εἴχαμε παγώσει. Οἱ πληγὲς στὰ γόνατα καὶ τοὺς ἀγκῶνες τοῦ Λεωνίδα κόντευαν νὰ φτάσουν στὸ κόκαλο. Μέσα ἀπὸ τὸν ἱδρώτα ποὺ πλημμύριζε τὰ μάτια του καὶ διαθλοῦσε ὅλο τὸν κόσμο, ἔβλεπε τώρα ὄχι μία, ἀλλὰ πλῆθος μπάλες νὰ σημαδεύουν τὴν ἑστία του. Κατὰ κάποιο μαγικὸ ὅμως τρόπο, ἀπέκρουε πάντα τὴ σωστή, τὴ μόνη ὑπαρκτὴ μπάλα.

Γιὰ τὸ τριακοστὸ λάκτισμα ὁ Νικηφόρος συγκέντρωσε ὅλες τὶς δυνάμεις του, ὅλη τὴ λύσσα του. Ἡ μπάλα ἔφυγε σὰν βολίδα καὶ πέταξε ψηλά, τόσο ψηλὰ ποὺ θά ’πρεπε κανονικὰ νὰ θεωρηθεῖ ἄουτ∙ ὁ Λεωνίδας ὅμως, ποὺ εἶχε πρόσφατα διαβάσει τὸ Τορτίγια Φλὰτ τοῦ Στάινμπεκ, ἔδωσε ἕναν τεράστιο σάλτο σὰν ἐκεῖνο τοῦ Ντάνυ, ποὺ ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς χορεύοντας, τὴν ἅρπαξε καὶ συνέχισε ν’ ἀνεβαίνει μαζί της στὸν ἀέρα. Γιὰ μιὰ στιγμὴ πίστεψα πὼς πάει, αὐτὸ ἤτανε, ὁ φίλος μου δὲν θὰ ξανακατέβαινε ποτὲ ἀπὸ κεῖ πάνω∙ ὅμως, ξαφνικά, ἡ μπάλα σούρωσε ἀνάμεσα στὰ χέρια του κι ὁ Λεωνίδας προσγειώθηκε ὄρθιος στὴ θέση του. Κοίταξε γιὰ λίγο, ἀπαθής, τὸ ἄμορφο δερμάτινο ἀντικείμενο καί, ὕστερα, τὸ πέταξε, σὰν πατσαβούρα, στὰ πόδια τοῦ ἀντιπάλου του κι ἔμεινε ἀκίνητος, στὸ κέντρο τοῦ τέρματος, λὲς καὶ περίμενε τὴ συνέχεια τῆς μονομαχίας.

Ὁ Νικηφόρος ἔσκυψε καὶ μάζεψε ἀπὸ χάμω τὴ σκασμένη μπάλα.

«Ἄι γαμήσου, κωλόπαιδο», εἶπε, ἀλλὰ ἡ φωνή του πρόδιδε κάτι σὰν σεβασμὸ καὶ σὰν δέος.

Παρασκήνια

Θέματα